Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Salmon Fishing in the Yemen



O Alfred Jones (Ewan McGregor) είναι ο καλύτερος ιχθυολόγος της Βρετανίας και ένας μάλλον ιδιόρρυθμος άνθρωπος. Μια μέρα τον προσεγγίζει η Harriet (Emily Blunt), εκ μέρους ενός σεΐχη που έχει ως όνειρο ζωής να δημιουργήσει ένα τεχνητό ποτάμι για να μπορεί να εξασκεί το αγαπημένο του χόμπι, που δεν είναι άλλο από το ψάρεμα σολομών. Ο Alfred αρχικά αρνείται, μέχρι που ο ιδεαλισμός και η ισχυρή πίστη του σεΐχη ότι όλα είναι πιθανά, τον πείθουν να αναλάβει το project.


Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Paul Torday και είναι η ιστορία των τριών πρωταγωνιστών. Ο Jones είναι ένας επιστήμονας, εγκλωβισμένος σε έναν γάμο που παραπαίει, η Harriet είναι μια κοπέλα καριέρας που μπλέχτηκε σε μια περίεργη ιστορία την στιγμή που η προσωπική της ζωή περνά μια μεγάλη δοκιμασία και ο σεΐχης δεν είναι άπλα ένας ιδιόρρυθμος πλούσιος, άλλα ένας αγνός οραματιστής με μεγάλα σχέδια.
 Παρόλο που η ιστορία φαίνεται πολλά υποσχόμενη, γρήγορα χάνει το ενδιαφέρον της και κουράζει. Οι εξελίξεις είναι πολύ αργές και αδιάφορες στο σύνολο τους, ενώ δεν υπάρχει σε κανένα σημείο ανατροπή ή πρόκληση ενδιαφέροντος. Ακόμα και οι -λίγες- χαριτωμένες κωμικές σκηνές, δεν αξιοποιούνται όπως πρέπει, με αποτέλεσμα να χάνουν την δυναμική τους.
Δυστυχώς για τους θεατές, η ταινία γρήγορα γίνεται προβλέψιμη και κλισέ σε σημείο που καταντά ενοχλητική. Ενώ θα μπορούσε να είναι μια ταινία που θα μας γέμιζε αισιοδοξία και χαμόγελο, ωθώντας μας να πιστέψουμε ότι όλα είναι εφικτά, γρήγορα καταλήγουμε να μην νοιαζόμαστε για τον ιδεολόγο σεΐχη και το πραγματικά όμορφo όνειρο του.
Η σκηνοθεσία και το μοντάζ δεν βοηθούν, αφού ούτε αναδεικνύονται οι διάλογοι ούτε τα πανέμορφα τοπία, ενώ οι ηθοποιοί είναι αξιοπρεπέστατοι όπως πάντα, άλλα σε καμιά περίπτωση δεν μιλάμε για ερμηνείες που θα μείνουν στην... κινηματογραφική ιστορία. Η μόνη από το cast που δημιούργησε ένα χαμόγελο με το κεφάτο παίξιμο της ήταν η Kristin Scott Thomas, η οποία όμως πάρα τις φιλότιμες προσπάθειες της, χάνεται πίσω από την άτσαλη ιστορία που υποχρεώνεται να υπερασπιστεί.
Είναι άξιο απορίας πως κατάφερε ο αξιότιμος κύριος Lasse Hallström, να πάρει μια ιδιαίτερη ιστορία γεμάτη πολιτική ίντριγκα και να την κάνει τόσο αδιάφορη. Αντί να επικεντρωθεί έστω και λίγο στα σοβαρά γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται, προτιμά να επενδύσει στο ρομάντζο και την feelgood διάθεσή.
Έτσι, καταλήγει σε μια επιδερμική και μάλλον άτσαλη προσέγγιση των προβλημάτων της μέσης ανατολής, του πολέμου στο Αφγανιστάν, των πολιτικών ραδιουργιών της Αγγλίας και προσπαθεί να χτίσει ένα παραμύθι που υπολείπεται όμως της παραμυθένιας μαγείας.
Είναι λυπηρό που ενώσω επέλεξε να γεμίσει το “σοβαρό” κομμάτι της ταινίας με απιθανότητες μόνο και μόνο για να προωθήσει το ρομάντζο, αποτυγχάνει και σε αυτό το σημείο, παραδίδοντας μια ιστορία που μοιάζει με κακογραμμένο "άρλεκιν".

Με λίγα λόγια το Salmon Fishing in the Yemen είναι μια μετριότατη, αδιάφορη ταινία που θα κουράσει και θα απογοητεύσει τους περισσοτέρους θεατές γιατί από τη μία είναι γεμάτη κλισέ άλλα η αργή κινηματογράφηση της δεν την καθιστά mainstream και, από την άλλη, προσπαθεί να χαρακτηριστεί ως "σινεφίλ", με τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.



Πρώτη δημοσίευσή στο: www.authority.gr

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Medianeras

Η Mariana και ο Martin, ζουν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και παρότι κυκλοφορούν στα ίδια μέρη δεν έχουν γνωριστεί ποτέ. Αυτός είναι αγοραφοβικός και σπανίως βγαίνει από το σπίτι μετά τον χωρισμό του. Αυτή έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική αλλά εργάζεται ως διακοσμήτρια βιτρινών και προσπαθεί να προχωρήσει ύστερα από την διάλυση της τετράχρονης σχέσης της.



Το Medianeras είναι μια εναλλακτική κομεντί που σκιαγραφεί την μοναξιά δυο νέων ανθρώπων. Το σκηνικό της ιστορίας είναι η πρωτεύουσα της χρεοκοπημένης Αργεντινής και πρωταγωνιστές δυο άνθρωποι, όχι τόσο διαφορετικοί από τον μέσο θεατή της ταινίας.
Οι δυο νέοι πρωταγωνιστές πνίγονται μέσα στην πολύβουη πόλη και παρότι περιτριγυρίζονται από ανθρώπους, νιώθουν αβάσταχτα μόνοι και αναζητούν το νόημα της ζωής τους.
Ωστόσο, δεν είναι -φαινομενικά- δυστυχισμένοι μιας και ζουν κανονικά την ζωή τους, εργάζονται και δημιουργούν σχέσεις με το άλλο φύλο. Τίποτα όμως δεν τους ολοκληρώνει και διαρκώς νιώθουν ανεπαρκείς.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Gustavo Tareto, στήνει μια όμορφη, ανάλαφρη ταινία που πραγματεύεται ένα σημαντικό πρόβλημα της σύγχρονης κοινωνίας, την μοναξιά. Παρά το βαρύ θέμα της, δεν είναι δύσκολη ταινία όχι μόνο γιατί είναι διανθισμένη με πολλές αναφορές στην ποπ κουλτούρα και στο σινεμά άλλα γιατί χρησιμοποιεί διάφορες “τσαχπινιές” πέραν των συμβατικών αφηγηματικών μέσων (φωτογραφίες, γκράφιτι, κομιξ κτλ).
Εκτός από την εξαιρετική δουλειά του σκηνοθέτη, η ταινία στολίζεται από τους δυο συμπαθείς πρωταγωνιστές που ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στους ρόλους τους άλλα και από το soundtrack, το τόσο ταιριαστό με αυτήν την αστική ιστορία αγάπης και αποξένωσης.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι ο τρίτος πρωταγωνιστής της ταινίας είναι η ίδια η πόλη που ενώνει άλλα και χωρίζει τους ανθρώπους. Τα κτίρια χρησιμοποιούνται σαν αναλογίες προς τις ανθρώπινες σχέσεις και η πρωτεύουσα έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την ζωή των κάτοικων της. Άλλοτε πανέμορφο, άλλοτε φορέας παρακμής και φτώχειας, το πολυπληθές Μπουένος Άιρες, άλλοτε αγκαλιάζει και άλλοτε πνίγει τον κουρασμένο αστό.
Τα κτίρια είναι ασφυκτικά κοντά, οι τοίχοι όμως έχουν μετατραπεί σε τείχη που εγκλωβίζουν τους ανθρώπους και τους καταδικάζουν σε επιφανειακές σχέσεις και έλλειψη επικοινωνίας.
Κάπως έτσι χτίζεται ένα μελαγχολικό παραμύθι για την αποξένωση και την κενή ζωή, που όμως δεν καταθλίβει. Αντιθέτως, είναι τρυφερό και γεμάτο παιχνιδιάρικη διάθεση. Δυστυχώς, δεν καταφέρνει να ξεφεύγει από την μετριότητα μιας και οι ζωές των δυο πρωταγωνιστών είναι επιτηδευμένα όμοιες και ο ρυθμός σε αρκετά σημεία χάνεται, με αποτέλεσμα να κουράζει.

Ωστόσο, η χαλαρή σκηνοθετική μάτια που διαρκώς αποφορτίζει την ατμοσφαίρα και το -συνολικά- έξυπνο σενάριο, σώζουν την ταινία και την καθιστούν μια καλή επιλογή για ένα καλοκαιρινό βράδυ.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Rock of Ages



Το 1987 η όμορφή Sherrie, μετακομίζει από την Tulsa στο Los Angeles με την ελπίδα να γίνει τραγουδίστρια. Τυχαία γνωρίζει τον Drew, που επίσης κυνηγά μια καριέρα στο τραγούδι και ερωτεύονται.

Το ρομάντζο τους έχει πολλά σκαμπανεβάσματα άλλα σε κάθε πτυχή του ντύνεται με διαχρονικές rock επιτυχίες (Def Leppard, Foreigner, Journey, Poison, REO Speedwagon, Twisted Sister κ.λπ.). Η ταινία βασίζεται στο επιτυχημένο θεατρικό του Broadway και είναι φόρος τιμής στην 80's poser rock περίοδο του "σκληρού" ήχου και στα διαχρονικά τραγούδια που αυτή γέννησε.
Όλη η ιστορία μπλέκεται γύρω από ένα μεγάλο rock club το The Bourbon Room, το οποίο έχει ζήσει μεγάλες δόξες άλλα πλέον είναι καταχρεωμένο. Η τελευταία ελπίδα του ιδιοκτήτη του (Alec Baldwin) είναι η εμφάνισή του μεγάλου "star" Jaxx (Tom Cruise), ο οποίος ξεκίνησε από εκεί την καριέρα του με το συγκρότημά του.
Βέβαια, τα πράγματα δε θα είναι εύκολα μιας και η πιστή χριστιανή Patricia Whitmore (Catherine Zeta Jones), σύζυγος του δημάρχου έχει κηρύξει “πόλεμο” ενάντια στο κλαμπ. Από άποψη παράγωγης, όλα είναι εξαιρετικά. Σε επίπεδο σκηνικών και κουστουμιών έχει γίνει άψογη αποτύπωση της εποχής, αφού οι παράγωγοι μελέτησαν κάθε λεπτομέρεια, ώστε το αποτέλεσμα να είναι όσο το δυνατό πιο ρεαλιστικό.
Αξίζει να αναφερθεί ότι τριάντα κιθάρες φτιάχτηκαν μόνο για την ταινία ενώ σαν επιπρόσθετη πινελιά αυθεντικότητας, πολλοί καλλιτέχνες όπως οι Nuno Bettencourt των Extreme, Joel Hoekstra των Night Ranger, Debbie Gibson, Sebastian Bach των Skid Row κ.λπ., παρέλασαν σε cameo εμφανίσεις.
Από άποψης ερμηνειών, επίσης δεν υπάρχει κανένα παράπονο. Οι δυο νεαροί πρωταγωνιστές εκτός από όμορφες παρουσίες έχουν ωραίες φωνές, ικανοποιητικές ερμηνευτικές ικανότητες και πείθουν ως οργισμένα νιάτα των 80s που ψάχνουν τη θέση τους στον κόσμο. Ο Tom Cruise, είναι πλήρως μεταμορφωμένος και πείθει σαν μέγας "rock star", όχι μόνο με τα ρούχα και την σκηνική παρουσία άλλα και με την ερμηνεία του. Όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι είναι εξίσου καλοί είτε μιλάμε για την Jones, στο ρόλο της καταπιεσμένης συντηρητικής είτε για τον Paul Giammati, είτε για τις κωμικές περσόνες των Alec Baldwin και Russell Brand.
Τότε ποιο είναι το πρόβλημα; Δυστυχώς, το σενάριο που συνολικά απογοητεύει. Οι δημιουργοί προσπαθούν να εξυμνήσουν το sex, drugs and rock 'n' roll lifestyle, αλλά καταλήγουν να πνίγονται μέσα στα κλισέ που υποτίθεται στηλιτεύουν. Οι κακοί είναι πάντα οι δισκογραφικές, οι ποπ μπάντες είναι για γέλια, οι συντηρητικοί είναι ανόητοι γραφικοί και φυσικά οι ροκάδες είναι όλοι ευαίσθητες ψυχές που κάτω από το σκληρό προσωπείο τους ψάχνουν την αληθινή αγάπη.
Κακογραμμένο σενάριο, ευκολίες στα μηνύματα, και τόσο ρομάντζο που δεν δικαιολογείται σε μια ταινία για το rock. Εκτός από τον έρωτά του πρωταγωνιστικού δίδυμου, παρακολουθούμε άλλο ένα love story, με αποτέλεσμα κανένα να μην αναλύεται επαρκώς και εν τελεί να μην μας ενδιαφέρουν. Οι διάλογοι είναι προσχηματικοί με τα τραγούδια να προάγουν κατά βαση την ιστορια και να καθιστούν την ταινια περισσοτερο εκτενές video clip παρά κινηματογραφικό έργο. Η ιστορία του Alec Baldwin παρότι αστεία, ταιριάζει περισσότερο σε παρωδία πάρα σε ένα υποτιθέμενα σοβαρό έργο, με τον ρόλο του να είναι ξεκάθαρα καρικατούρα.
Απολαυστικός μεν, καρικατούρα. δε. Εν κατακλείδι, η ταινία είναι μετριότατη και δε σώζεται ούτε καν από τα πανέμορφα τραγούδια. Σε καμιά περίπτωση δεν προβάλλει στα σοβαρά το rock τρόπο ζωής, άλλα αντιθέτως παραθέτει μια σωρεία υπερβολικών σκηνικών που όχι μόνο δεν πείθουν, άλλα κουράζουν και πολύ εύκολα. Δυστυχώς, αν δεν υπήρχαν τα πασίγνωστα κομμάτια που καλύπτουν σχεδόν την μίση ταινία, η θέαση της θα ήταν πραγματικά μαρτύριο. Ίσως οι δημιουργοί θέλησαν να παρουσιάσουν πιο ανάλαφρα την εποχή,άλλωστε μην ξεχνάμε ότι η ταινία είναι μιούζικαλ.
Ίσως φταίει ότι ο μουσικός παράγωγος της ταινίας είναι παράγωγος στο Glee, στην Hanna Montana, στους Jonas Brothers και λοιπούς καλλιτέχνες της εποχής, που απευθύνονται αυστηρά σε εφήβους. Το δυστύχημα είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν ήταν ανάλαφροι, άλλα cult και γελοίοι και έτσι παρέδωσαν μια ταινία που όχι μόνο δεν τιμά την rock παράδοση άλλα ίσα ίσα την παρωδεί. Το Rock of Ages, είναι μια ταινία που αξίζει μόνο αν θες να ακούσεις κλασική rock. Άλλα γιατί να δεις ένα δίωρο έργο και να μην ακούσεις απλώς το soundtrack;



Αυτό το κείμενο πρωτοδημοσιευτηκε στο www.authority.gr